Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

«Συγνώμη, κλείσατε;»


Οι γυναίκες φίλη μου, είμαστε παράξενα πλάσματα. Μπορεί τα καταστήματα να είναι ανοιχτά όλη μέρα, αλλά εμείς θα πάμε να δοκιμάσουμε το παπούτσι που είδαμε στη βιτρίνα (ή και αυτό που υπάρχει στη φαντασία μας) στις 9 και 10 το βράδυ. Ναι, αλήθεια σου λέω υπάρχουν άνθρωποι που αποφασίζουν να δοκιμάσουν παπούτσια την ώρα που τα καταστήματα κλείνουν ή πιο σωστά την ώρα που οι πωλήτριες ονειρεύονται πως κλείνουν.
Προσωπικά δεν έχω κάτι με αυτήν την κατηγορία ανθρώπων, αλλά αφού επιμένεις θα σου πω. « Όλοι όσοι μπαίνουν σε κατάστημα μετά τις  εννιά και… είναι οι ίδιοι άνθρωποι που όσες φορές κι αν μπουν στα
Starbucks” θα ζητάνε πάντα φραπέ».
Όμως είπαμε γυναίκες είμαστε και έχουμε κάθε δικαίωμα να μην ξέρουμε ούτε τι ακριβώς θέλουμε, ούτε πότε ακριβώς το θέλουμε. Είναι στο DNA μας.
Το πρόβλημα  στα εμπορικά καταστήματα δημιουργείται όταν οι πωλήτριες που (δικαιολογημένα) τις έχει καταβάλει η κούραση, θυμώνουν, εκνευρίζονται με τους «εισβολείς των 9 και πέντε».
Αυτό που έμαθα από την πρώτη  μέρα στη δουλειά είναι πως οι τελευταίοι εν δυνάμει πελάτες, εμφανίζονται πάντα τη μέρα που εσύ έχεις κανονίσει κάτι και βιάζεσαι.  Και όσο πιο πολύ θες να βιαστείς να τους εξυπηρετήσεις γιατί έστησες τα κορίτσια στο μπαρ, το boyfriend σε περιμένει,  τόσο περισσότερο  εκείνοι θα σε καθυστερήσουν.
Μη νομίζεις φίλη πως όλα αυτά τα λέω στη θεωρία, το έζησα σου λέω. Παρασκευή ώρα εννέα και τέταρτο μπήκε στο κατάστημα η Καιτούλα . Όχι δεν ήταν γνωστή μου, αλλά λίγο έλειψε να γίνουμε φίλες. Βλέπεις έχω υιοθετήσει την τακτική και αντί να σκοτώνομαι με τους ανθρώπους προτιμώ να έρχομαι κοντά τους και να διακωμωδώ την κατάσταση.
Η Καιτούλα λοιπόν, που  με τρία μέτρα πόδι μόνο Καιτούλα δεν την έλεγες, αποφάσισε στα 27 της χρόνια να φορέσει για πρώτη φορά δωδεκάποντο. Ήταν αθλήτρια βλέπεις και με τα ψηλοτάκουνα δεν είχαν γνωριστεί ποτέ σωστά.  Και σα να μην έφτανε αυτό, έπρεπε αυτή την απόφαση ζωής να την πάρει την Παρασκευή το βράδυ που (επιτέλους)εμφανίστηκε ο Κωστάκης και να κανονίσαμε να τα πούμε από κοντά. Και γω τι να κάνω; Να μαλώσω με την Καιτούλα; Για κανένα λόγο.
Αρχικά στο  ένα πόδι της έδωσα να φορέσει ένα ροζ σταράκι και στο άλλο ένα σούπερ δωδεκάποντο που της διάλεξαμε εγώ και η φίλη της. Ναι, είχε και φίλη γιατί κάθε γυναίκα μπροστά σε τέτοια απόφαση ζωής, σέρνει μαζί της και ένα συμπαραστάτη να φωνάξει όπως έκανε η ξανθιά κοπέλα το ανακουφιστικό «this is it, Καιτούλα το παίρνεις».
Πηγαινοερχόταν από καθρέφτη σε καθρέφτη. Άλλοτε το παπούτσι την πήγαινε βόλτα κι άλλοτε τα κατάφερνε και φούσκωνε από περηφάνια. Όσο κι αν μ’ έκανε ν’ αργήσω στο ραντεβού μου, η Καιτούλα δεν κατάφερε να με θυμώσει. Αντιθέτως δοκίμασε τα όρια μου. Βρήκα τη χρυσή τομή ανάμεσα σε πωλητή- πελάτη. Άσε που ένιωσα και λίγο σα να έπαιζα στο Makeover «Μεταμορφώστε την  τώρα».
Στις 10 παρά 20 η Καιτούλα βρήκε το πέδιλο που την αντιπροσώπευε (με χοντρό τακούνι, όπως την έπεισα, για να νιώθει ασφάλεια στο περπάτημα).
Φεύγοντας τις άκουσα να λένε πως σχεδίαζαν να βγουν. Μα φυσικά με τα παπούτσια που της διάλεξα. Δεν έχει σημασία αν θα ξαναέρθει στο κατάστημα, αλλά είμαι 100% σίγουρη πως εμένα θα με θυμάται. Γιατί πάντα θυμόμαστε τις πρώτες μας φορές. (στον οδοντίατρο, στον έρωτα, στα ψώνια).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου